Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 1998

Η απεργία των τελωνειακών και η λογική των συντεχνιών

Διαβάσαμε στο Βήμα (20/12/1998), και το παραθέτουμε χωρίς σχόλια...!!
ΟΤΑΝ προ εικοσαημέρου η χώρα είχε παραλύσει από την άγρια απεργία των τελωνειακών, ουδείς των πολιτών είχε υποψιασθεί ότι ο τελικός υπαίτιος της όλης ιστορίας ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Οπως είναι γνωστό από τους ιστορικούς, ο μεγάλος ηγέτης των Φιλελευθέρων διαφωνούσε με τα σοσιαλδημοκρατικά οράματα του Αλ. Παπαναστασίου, όχι τόσον κατά το σκέλος των αναγκαίων ρυθμιστικών παρεμβάσεων του κράτους όσον με τη μορφή των κοινωνικών δυνάμεων στα οποία η κομματική-κοινωνική συγκρότηση έπρεπε να απευθυνθεί. Εδραία πεποίθηση του Ελ. Βενιζέλου, ιδίως κατά την κυβερνητική περίοδο 1928-1932, ήταν η θεμελίωση ενός συντεχνιακού κράτους, ενός κράτους το οποίο θα στηρίζεται στις ισχυρές επιμέρους κλαδικές κοινωνικές οργανώσεις. Απότοκο αυτής της πολιτικής είναι ενδεχομένως το γεγονός ότι ουδέποτε στην Ελλάδα υπήρξε πραγματικά ισχυρή ΓΣΕΕ ή ΑΔΕΔΥ, καθώς η συντεχνιακή οργάνωση της έννοιας του κοινωνικού συμφέροντος κατέτμησε και κατέστησε μάλιστα ανταγωνιστικά στο εσωτερικό τους τα συμφέροντα, τόσον στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα όσον και του δημόσιου.
Η λογική που επικράτησε ήταν ότι κάθε επιμέρους κλάδος αποσπούσε όσα του επέτρεπε η ειδική διαπραγματευτική του ισχύς, όχι κατ' ανάγκην από τη χρησιμότητα του έργου που πραγματοποιούσε υπέρ του κοινωνικού συνόλου, όσον από τη δυνατότητα να πιέζει ­ αλλά και να εκβιάζει ­ το σύνολο της κοινωνίας ή ειδικότερα τις κυβερνήσεις, από τη σημασία του ειδικού τομέα που χειριζόταν.

Ετσι, λοιπόν, σύμφωνα με πρώην υπουργό Οικονομικών, οι τελωνειακοί, «η αρχαιότερη των συντεχνιών του Δημοσίου», όπως τη χαρακτήρισε, κατέκτησαν από το 1917 την αποκλειστική νομή ενός κοινωνικού πόρου, που ονομάσθηκε ΔΕΤΕ (Δικαιώματα Ειδικών Τελωνειακών Εργασιών). Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για την ακρίβεια της μνήμης του πρώην υπουργού. Είναι, όμως, βέβαιο ότι πρόκειται για κοινωνικό πόρο και όχι ανταποδοτικό τέλος, όπως ισχυρίζεται ο επιστολογράφος συνταξιούχος τελωνειακός κ. Κούτρος στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής, απαντώντας στο κείμενό μου της προπερασμένης Κυριακής για την απεργία των τελωνειακών. Με απλά λόγια, οποιοδήποτε αγαθό εισάγεται στην Ελλάδα επιβαρύνεται με ένα ποσοστό ΔΕΤΕ, το οποίο υποτίθεται καταβάλλουν οι εισαγωγείς από έναν αόρατο δικό τους λογαριασμό και προφανώς ως ανταποδοτικό τέλος για «τη σωτηρία της ψυχής τους», αν πιστέψουμε τον κ. Κούτρο. Η απλή πρακτική αλήθεια είναι ότι αυτή την επιβάρυνση ο όποιος εισαγωγεύς τη μετακυλίει στην κατανάλωση. Κάθε λίτρο βενζίνης που βάζουμε στο αυτοκίνητό μας, κάθε γουλιά καφέ που πίνουμε, κάθε φάρμακο που χρησιμοποιούμε περιλαμβάνει ένα ποσοστό του ΔΕΤΕ, που όλοι οι έλληνες πολίτες καταβάλλουν για να ενισχυθεί ένα ειδικό ταμείο των τελωνειακών υπαλλήλων και μόνον. Βεβαίως υποτίθεται ότι κατ' αυτό τον τρόπο ο προϋπολογισμός (δηλαδή πάλι όλοι οι υπόλοιποι έλληνες πολίτες όχι ως καταναλωτές αγαθών αλλά ως φορολογούμενοι αυτή τη φορά) απαλλασσόμαστε του βάρους καταβολής των υπερωριακών ή άλλων ειδικών αμοιβών που υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα απαιτούσαν οι τελωνειακοί από την κεντρική διοίκηση, όπως όλοι οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι. Αλλά απλή ανάγνωση των αριθμών αρκεί ώστε να κατανοηθεί γιατί η ελληνική οικονομία έπρεπε να καταρρεύσει προκειμένου να διατηρηθεί η απόλυτη αυτονομία του ΔΕΤΕ στην προσπάθεια ­ και στην απαίτηση ­ όλων των άλλων δημοσιοϋπαλληλικών κλάδων για μια ενιαία αντιμετώπιση, μέσω του «μικρού ασφαλιστικού», του καταρρέοντος συστήματος ασφάλισης.

Με τα σημερινά στοιχεία ­ εποχή δηλαδή μειούμενων εσόδων λόγω της κατάργησης πολλών δασμών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς ­ οι 4.500 εν ενεργεία τελωνειακοί καθώς και οι εν συντάξει τελούντες συνάδελφοί τους σωρεύουν στο ΔΕΤΕ ετησίως 15,5 δισ. δραχμές. Σύμφωνα με τους πίνακες του υπουργείου Οικονομικών, μηνιαίως κάθε τελωνειακός υπάλληλος στο μεν κατώτερο κλιμάκιο λαμβάνει προσαύξηση μέσω του ΔΕΤΕ από 145.712 δρχ. ως 255.316 δρχ., στα δε ανώτερα κλιμάκια από 172.421 δρχ. ως 370.042 δρχ., όσον ακριβώς δηλαδή ο μισθός του λυκειάρχη στη Μέση Εκπαίδευση. Δεδομένου μάλιστα ότι οι τελωνειακοί διαφύλαξαν στην πραγματικότητα την αποκλειστική νομή του ΔΕΤΕ, φαίνεται ότι η πραγματική τελική ένσταση περί την συμμετοχή τους στους ενιαίους κανόνες του «μικρού ασφαλιστικού» βρίσκεται στην ευχέρεια να «ανεβάζουν» ­ λόγω ΔΕΤΕ πάντοτε ­ το προβλεπόμενο κοινό κατώτερο όριο συνταξιοδότησης.

Η συζήτηση δεν θα άξιζε, αν στην πραγματικότητα δεν αποτελούσε τον πυρήνα του σημερινού πολιτικού προβλήματος της χώρας. Η επιλογή της ένταξής μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η επιλογή δηλαδή της ανταγωνιστικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, απαιτεί ­ ως θεμελιακή προϋπόθεση επιτυχίας ­ την ανατροπή του συντεχνιακού κράτους, στο οποίο εθίστηκαν όχι μόνον οι τελωνειακοί αλλά όλες οι ισχυρές ομάδες, στρώματα και τάξεις της ελληνικής κοινωνίας εις βάρος των υπολοίπων. Οσα επέτυχαν οι τελωνειακοί έχουν επιτύχει κατ' αναλογίαν οι κρατικοδίαιτοι βιομήχανοι, οι προμηθευτές του Δημοσίου και οι κάθε λογής παχυνόμενοι από αλλότριους κοινωνικούς πόρους μεγαλοσχήμονες της σημερινής ελληνικής κακοδαιμονίας.

Και με όλα αυτά τα φαινόμενα όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας έρχονται σε υγιή ρήξη. Διότι το μέλλον αυτής της χώρας δεν θα χαραχθεί από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, ώστε οι σχετικά ισχυροί να υπερτερούν των συντριπτικά περισσοτέρων ανισχύρων. Αλλά για να βρούμε όλοι μαζί τρόπους για μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, ώστε να είμαστε περισσότερο ανταγωνιστικοί ως κοινωνία. Κατά τούτο δεν υπεισέρχομαι καν στον υπαινιγμό του κ. Κούτρου, γιατί δημοσιογράφος ων της δικής μου περιωπής «έσκυψα τόσο χαμηλά» για να ασχοληθώ με τους τελωνειακούς. Γιατί αντίθετα με τον κ. Κούτρο δεν θεωρώ τους τελωνειακούς «χαμηλούς» αλλά τμήμα της «ελίτ» αυτής της χώρας. Και οι πολίτες από τις «ελίτ» έχουν περισσότερες απαιτήσεις, όχι μόνον στους πόρους τους οποίους αντλούν από την τσέπη τους, αλλά και από την αντικαταβολή της εισφοράς τους στην κοινή.
Πηγή:Το Βήμα